08 Δεκεμβρίου 2022 Τελευταία ανάρτηση:Πρόσκληση – 8η/2022 Τακτική Συνεδρίαση Επιτροπής Ποιότητας Ζωής
Νέα & Ανακοινώσεις | 23 Νοεμβρίου 2022
Η ελιά και το λάδι από την αρχαιότητα έως σήμερα – Ομιλία Γεωργίου Ζέρβα, Ομότ. Καθηγητή Φυσιολογίας Θρέψης και Διατροφής, π. Πρύτανη Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών στην 10η Γιορτή Ελιάς & Ελαιολάδου

Η ελιά και το λάδι από την αρχαιότητα έως σήμερα

Παρουσίαση στη 10η γιορτή της ελιάς και του ελαιολάδου του Δήμου Ερμιονίδας, την 13η Νοεμβρίου 2022 στο Κρανίδι

     Το θέμα της ομιλίας μου είναι η ελιά και το λάδι. Λέξεις σε όλους μας γνωστές, καθημερινές και συχνές, ιδιαίτερα στην όμορφη Ερμιονίδα που έχει μακρά παράδοση στην ελαιοκαλλιέργεια και την παραγωγή του φημισμένου ποιοτικού της ελαιολάδου. Η ελιά χαρακτηρίζεται ως δένδρο ιερό και τιμημένο, ταπεινό και ζωηφόρο, αιωνόβιο που από τα πολύ παλιά χρόνια τρέφει τους Έλληνες και όχι μόνο, στεφανώνει τους νικητές, ζεσταίνει τις κρύες ημέρες του χειμώνα, και συντηρώντας μια μικρή φλόγα με το λάδι των καρπών της στο καντήλι απευθύνει προσευχή και ευχαριστία, εκπέμποντας  πνευματικότητα και δύναμη.

    Η ελιά αποτελεί μια ξεχωριστή παρουσία στο τοπίο και τον πολιτισμό της Χώρας μας που χάνεται στα βάθη του χρόνου και του μύθου,  που έχει αποτελέσει, μεταξύ άλλων, αγαπημένο θέμα για την  τέχνη που καταγράφει παραστάσεις, έννοιες και βιώματα, και εικαστικές αναφορές στο χώρο και το χρόνο. Αποτέλεσε, και εξακολουθεί  να αποτελεί, ανεξάντλητη πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης και δημιουργίας  εικαστικής, ποιητικής, λογοτεχνικής, κ.ά. με τη μορφή της, το χρώμα της, το φως και την αίσθηση γαλήνης που αναδύει. Η ελιά αγαπήθηκε, υμνήθηκε και τιμήθηκε σαν γυναίκα ή σαν η ‘ελιά η τρελλή’, η ιερή. Της αποδόθηκε θεϊκή προέλευση, ιερότητα και συμβολικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα από τους Έλληνες, παρισσότερο από κάθε άλλο Μεσογειακό πολιτισμό. Θεωρείται σύμβολο της αθανασίας, της καρποφορίας, της αφθονίας, της νίκης, της σοφίας και της συμφιλίωσης. Από την Ελληνική και Αιγυπτιακή Μυθολογία, η ελιά παρουσιάζεται ως θεϊκό  δώρο στους θνητούς και μέχρι σήμερα, τον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, παραμένει ένα από τα ελάχιστα στοιχεία του Μεσογειακού πολιτισμού που δεν έχει αλλοιωθεί.

     Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η ελιά κατάγεται από τις χώρες της Ν. Ασίας, ενώ κατ’ αλλους από τη Συρία. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για το πότε άρχισε η καλλιέργεια της ελιάς στη Μεσογειακή λεκάνη, ούτε για τον τρόπο διάδοσής της. Θεωρείται ότι στη Χώρα μας έφτασε  ή με τα περιττώματα των αποδομητικών πτηνών ή με την ανάπτυξη της θαλάσσιας επικοινωνίας. Από σχετικές μελέτες  προκύπτει ότι η ελιά, ως αγριελιά, καλλιεργούνταν  από την παλαιολιθική και μεσολιθική περίοδο, ενώ ίχνη ελιάς, ως απολιθωμένα φύλλα, βρέθηκαν στην Καλδάρα της Σαντορίνης που χρονολογούνται πριν 50.000 με 60.000 χρόνια. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι η ελιά καλλιεργήθηκε  αρχικά στην Κρήτη, στο τέλος  της ενετοκρατίας και κυρίως  επι τουρκοκρατίας, ενώ στη  Μυθολογία  αναφέρεται ότι το πρώτο δένδρο  ελιάς φύτρωσε  στην Ακρόπολη και το δεύτερο στον ελαιώνα της Ακαδημίας.  Πινακίδες που βρέθηκαν στα ανάκτορα  του Νέκτορα στην Πύλο  και την Κνωσσό, διέσωσαν τα ιδεογράμματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους ανακτορικούς γραφείς για να δηλωθεί  συντομογραφικά το ελαιόδενδρο,  ο ελαιόκαρπος και το ελαιόλαδο. Σημαντικές πηγές πληροφόρησης για την ελαιοκαλλιέργεια στη Χώρα μας, αλλά και για την εξέλιξη της τεχνολογίας παραλαβής ελαιλάδου από τον ελαιόκαρπο, αποτελούν  κυρίως τα μοναστηριακά αρχεία.

     Στην περιοχή  μας, στη θέση Μπουζέϊκα, δεξιά από το ξενοδοχείο ΝIKI BEACH στο Πορτοχέλι, υπάρχουν απομεινάρια της πόλης των Αλλιέων η οποία τον 7ο π.χ. αιώνα αριθμούσε περί τους 450 κατοίκους. Η πόλη αυτή έφθασε στην ακμή της τον 6ο με 4ο αιώνα π.χ. με 2.500 κατοίκους οι οποίοι είχαν αναπτύξει σημαντική εμπορική δραστηριότητα στηρίζοντας την οικονομία της πόλης στην εμπορική εκμετάλλευση του ελαιολάδου. Στα ευρήματα της περιοχής αυτής έχει εντοπιστεί ένας αριθμός ελαιοπιεστηρίων (ελαιομύλων) της εποχής και μεγάλα πυθάρια αποθήκευσης ελαιολάδου που αποδεικνύουν  το μέγεθος της παραγωγής ελαιολάδου την εποχή εκείνη.

    Η ελιά, χαρακτηριστικό δένδρο του μεσογειακού τοπίου, αποτελεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα παράγοντα πολιτισμού, οικονομίας, υγείας και γαστρονομίας, σε πρακτικό και συμβολικό επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Ρωμαίος αγρονόμος Columella την αποκάλεσε ‘ βασίλισσα όλων των φυτών’. Προς τιμήν της, επίσης, το Επιμελητήριο Μεσσηνίας πήρε την πρωτοβουλία το 1999 και οργάνωσε για πρώτη φορά το Πολιτιστικό Οδοιπορικό : ‘Οι Δρόμοι της Ελιάς’  που εντάσσεται στις δραστηριότητες του ομώνυμου Πολιτιστικού Οργανισμού. Κάθε χρόνο διανύει οδικώς 16.000 Km  σε 22 Μεσογειακές Χώρες όπου οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν σε όλη τους τη διάσταση, στη διάρκεια μιας μοναδικής, γοητευτικής και ενδιαφέρουσας διαδρομής, παλιούς και ξεχασμένους δρόμους της ελιάς.

  Ο πολιτισμός της ελιάς περιλαμβάνει αντικείμενα, τεχνικές, διατροφικές συνήθειες, λατρευτικές συμπεριφορές, τελετουργίες, ιατρικές συνταγές, υλικά καλλωπισμού του σώματος και συμβολισμούς που ξεπερνούν τον τόπο και το χρόνο χρήσης και αναφοράς τους. Η ελιά αποτέλεσε από την αρχαιότητα έως και πρόσφατα θέμα παραστάσεων σε ελληνικά νομίσματα.  Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτύπωσε το 1942 χαρτονόμισμα των 5.000 δραχμών και το 1983 χαρτονόμισμα των 500 δραχμών με σχετικό θέμα την ελιά.  Η ελιά ως δένδρο, γίνεται αντικείμενο θρησκευτικού σεβασμού συνδεδεμένο καθώς ήταν από τη θρησκευτική παράδοση με θεούς και ήρωες και αποδέκτης γεωργικής επιμέλειας λόγω της μεγάλης οικονομικής της σημασίας. Η ελιά συνδέεται ιδιαίτερα με τις γυναικείες θεότητες των Μεσογειακών πολιτισμών ενώ από τα παράγωγά της το ελιαόλαδο συνδέεται ιδιαίτερα με ορισμένες χριστιανικές τελετές και αγίους σε διάφορες περιοχές του τόπου μας.  Η ελιά και τα προϊόντα της αποτελούσαν το πλέον σημαντικό αγροτικό προϊόν της αρχαιότητας με ιδιαίτερη κοινονικοοικονομική σημασία αφού :

. Το ξύλο της χρησιμοποιήθηκε για θέρμανση στις εστίες το χειμώνα, για ξυλοδεσιά στις κατασκευές των σπιτιών, για φωτιά – ως σημάδι νίκης – σε αγώνες και πολέμους, για κατασκευή αγαλμάτων θεών και εικόνων αγίων, αλλά και πολιορκητικών μηχανών για τους πολέμους.

. Τα φύλλα της ελιάς χρησιμοποιήθηκαν στο στολισμό και την ταφή των νεκρών, αλλά και ως ψηφοδέλτια ακόμα στην αρχαία Ελλάδα. Τα κλαδιά από την ιερή αγριελιά της Ολυμπίας για τον κότινο, στεφάνι νίκης στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά και σε άλλους αγώνες όπως τα Παναθήναια κ.λ.π. Επίσης, ο Νώε, μετα τον κατακλυσμό άφησε ελεύθερο περιστέρι που είχε κλαδί ελιάς στο στόμα του για να αναγγείλει ότι ο κατακλυσμός σταμάτησε, που σήμαινε το τέλος του κακού και τη νίκη των δυνάμεων του καλού.

. Η ελιά ως καρπός, είναι θρεπτικός, εύγευστος, φθηνός και εύκολα διατηρήσιμος. Χρησιμοποιήθηκε  από αρχαιοτάτων χρόνων ως συμπλήρωμα  διατροφής και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως ακόμα και σήμερα στο νεοελληνικό τραπέζι και όχι μόνο.  Ο καρπός της ελιάς και το λάδι της έδωσαν ζωή και υγεία σε πλούσιους και φτωχούς επί αιώνες. Εξ ου και η φράση ‘ψωμί κι ελιά’ που είναι η συνήθης έκφραση για την επάρκεια της τροφής.

. Το ελαιόλαδο, βασικό στοιχείο της Ελληνικής διατροφής, κατέχει δεσπόζουσα θέση στον διατροφικό μας κώδικα, κυρίως των περιοχών που το παράγουν (βλέπε Ερμιονίδα). Ιδιαίτερα οι Έλληνες,  αναγνωρίζουμε το ελαιόλαδο ως πολύτιμο είδος διατροφής με ευεργετικές  διατροφικές και θεραπευτικές ιδιότητες, και γι αυτό επιδιώκουμε, ακόμα και σήμερα, να το εξασφαλίσουμε στις ετήσιες προμήθειές μας. Φαντάζομαι ότι οι μεγαλύτεροι από εσάς  θα θυμούνται ότι τουλάχιστον τις δεκαετίες του ’50 - ΄60 κάθε σπίτι – κάθε οικογένεια- φρόντιζε το φθινόπωρο  να έχει τουλάχιστον το λάδι και το στάρι της χρονιάς για ασφάλεια. Η πρόβλεψη αυτή ήταν πράγματι σοφή αν αναλογιστούμε το πρόβλημα της επισιτιστικής επάρκειας και ασφάλειας, δηλαδή την επάρκεια τροφίμων για όλα τα άτομα, που βίωσαν κάποια κράτη πρόσφατα τα χρόνια της πανδημίας  του COVID 19, και στη συνεχεια αυτό που βιώνει η υφήλιος λόγω του πολέμου στην Ουκρανία τη χρονιά που διανύουμε  με μεγάλη ανασφάλεια για το μέλλον.

     Η διαδικασία παραλαβής του ελαιολάδου από τον ελαιόκαρπο είναι διαχρονική  και συνεχώς εξελισσόμενη. Προσδιορίζεται από την εποχή του χαλκού οπότε είχε αρχίσει η καλλιέργεια της ελιάς και η τριφασική διαδικασία παραλαβής του ελαιολάδου. Στα Καψιλιανά της Κρήτης υπάρχει ο ελαιόμυλος, όπως λέγεται, της Μονής Αρκαδίου που λειτουργούσε ως ελαιοτριβίο από το 1763 εως το 1954 – 55. Σήμερα, αποτελεί  έναν επισκέψιμο μουσιακό οικισμό. Η Τράπεζα Πειραιώς έχει κατασκευάσει δυο ενδιαφέροντα Μουσεία, στη Σπάρτη και τη Μυτηλήνη, που αναπαριστούν την εξέλιξη της τεχνολογίας για την παραλαβή του ελαιολάδου.

     Εντυπωσιακή είναι όμως και η πληροφορία που υπάρχει από την κλασική ακόμα αρχαιότητα για τη χρήση του ελαιολάδου ως :

  • Φωτιστικό στους λύχνους, ακόμα και τον 20ο αιώνα. Στην αρχαιότητα μάλιστα έβαζαν στο λυχνάρι αρωματισμένο λάδι με βότανα για να αρωματίζεται ο χώρος στη διάρκεια συμποσίων.
  • Καθαριστικό του σώματος, όπου χρησιμοποιείται σήμερα το σαπούνι, τα σαμπουάν, κ.ά. Στην αρχαιότητα εθεωρείτο κριτήριο για τη διάκριση των καθαρών ανθρώπων από τους αγροίκους, δηλαδή από τους ανθρώπους των αγρών που φαίνεται πως δεν πλένονταν και τόσο συχνά. Εκτός όμως από τις επαλείψεις του σώματος με λάδι, χρησιμοποιούσαν λάδι με ποτάσα από στάχτη, δηλαδή παρασκεύαζαν  ένα είδος καθαριστικού  που το χρησιμοποιούσαν ανάλογα. 
  • Καλλυντικό από τις γυναίκες, συνήθως αρωματισμένο με βότανα. Π.χ. το ρόδιον από εκχύλισμα τριαντάφυλλων ή το μελίνιον από κυδωνέλαιο.
  • Μέσο θεραπείας, ως αντισηπτικό σε πληγές και τραύματα, για πόνους στο αυτί, αντίδοτο για δηλητηριάσεις, για κατευνασμό ερεθισμού του δέρματος, κ.ά.

    Ο Δημόκριτος όταν ρωτήθηκε πως μπορεί κάποιος να διατηρήσει το σώμα του υγιές, απάντησε : βρέχοντας το εσωτερικό του με μέλι και το εξωτερικό του με λάδι (τα μεν εντός μέλιτι  τα δε εκτός ελαίω). Ο Διοσκουρίδης περιγράφει το ελαιόλαδο ως ‘υγραντικό τε και συμμέτρως θερμόν’. Η επάλειψη του σώματος με λάδι γίνονταν για τη διατήρηση της υγρασίας του σώματος, όπως χρησιμοποιούνται σήμερα οι ενυδατικές κρέμες, ενώ το χειμώνα προστάτευε από το κρύο διατηρώντας τη θερμοκρασία του σώματος. Το καλοκαίρι το χρησιμοποιούσαν για την αντιμετώπιση της ξηρότητας του δέρματος, κάτι ως αντιηλιακό της σημερινής εποχής.Γνωστό είναι, επίσης, ότι οι αθλητές άλλειφαν το σώμα τους με λάδι κατά  τη συμμετοχή τους στα αθλήματα των Ολυμπιακών αγώνων.

     Σημαντικός όμως είναι και ο θεολογικός συμβολισμός του ελαιολάδου στην ορθόδοξη πίστη και λατρεία και η εκτεταμένη χρήση του στα μυστήρια της εκκλησίας που επιβεβαιώνουν την ιερότητά του και αναδεικνύουν το φυσικό αυτό προϊόν  σε αγωγό  θείας χάριτος. Θυμίζω ότι στο πλαίσιο της προσφοράς και της ευλογίας οι πιστοί προσφέρουν λάδι και κρασί στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της αρτοκλασίας. Το  έλαιον μαζί με τον σίτον και τον οίνον  αποτελούν τις πρώτες ύλες για την τέλεση της αναίμακτης θυσίας και μεταβάλλονται  σε Σώμα και Αίμα του Χριστού, συμμετέχοντας στην αυτοπραγμάτωση της εκκλησίας ως ευχαριστιακής σύναξης. Το έλαιον  χρησιμοποιείται με διάφορους συμβολισμούς στο μυστήριο της βάπτισης, στο χρίσμα ως Άγιο Μύρο και στο ευχέλαιο, συμβολίζοντας την πνευματική πληρότητα και σωματική θεραπεία του ανθρώπου.

     Μια άλλη πρακτική που φανερώνει την ιερότητα του καρπού της ελιάς είναι η ελαιοδοσία, δηλαδή η πράξη του ιερέα να δίνει, δηλαδή να χρίει τους πιστούς, που παρευρίσκονται την ώρα εκείνη στο ναό με αγιασμένο έλαιο, από το καντήλι της εικόνας του αγίου ή της αγομένης εορτής. Τέλος, κατά την εξόδιο ακολουθία, ο ιερέας,  αφού καταβυθιστει ο νεκρός στον τάφο,τον ρένει σταυροειδώς με λάδι λέγοντας το ψαλμικό : ‘Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπερχιόνα λευκανθήσομαι’.  Αυτό φαίνεται να αποτελεί συνέχεια  των αρχαιοελληνικών ταφικών εθίμων.

     Όσον αφορά τη διατροφική αξία του ελαιολάδου, αυτή είναι σημαντική διότι περιέχει υψηλό ποσοστό μονοακόρεστων λιπαρών οξέων  με προεξάρχον το ελαϊκό, αντιοξειδωτικές ενώσεις όπως φαινόλες και βιταμίνη Ε, και πλήθος  άλλων βιοδραστικών στοιχείων που το καθιστούν αποτελεσματικό στην προστασία του οργανισμού  από οξειδωτικό stress, φλεγμονές και καρδιαγγειακές παθήσεις. Σχετικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι κάτοικοι των Μεσογειακών χωρών που καταναλώνουν ελαιόλαδο, έχουν χαμηλό δείκτη καρδιαγγειακών παθήσεων. Ημερήσια κατανάλωση 25 ml παρθένου ελαιολάδου έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της HDL (καλής χοληστερόλης) και τη μείωση της LDL (κακής χοληστερόλης). Άλλα  ερευνητικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι γυναίκες της Μεσογειακής λεκάνης, λόγω της κατανάλωσης ελαιολάδου, παρουσιάζουν κατά 25 % λιγότερα περιστατικά καρκίνου του μαστού, των ωοθηκών και του ενδομητρίου. Άλλη μελέτη που αναφέρεται στα περιστατικά καρκίνου του παχέως εντέρου, δείχνουν ότι παρά το γεγονός ότι η κατανάλωση κρέατος είναι παραπλήσια μεταξύ των κατοίκων της Β. Ευρώπης  και εκείνων της Ν. Ευρώπης , τα περιστατικά αυτά καρκίνου ανέρχονται στο 20 – 25 % στη Β. Ευρώπη, ενώ στη Ν. Ευρώπη στο  8 – 16 %. Η διαφορά αυτή αποδίδεται στην κατανάλωση ελαιολάδου, φρούτων και λαχανικών που είναι υψηλή στις χώρες της Ν. Ευρώπης  (Μεσογειακή διατροφή) και χαμηλή στις χώρες της Β. Ευρώπης. Κάτι ανάλογο ισχύει για τα καρδιαγγειακά επεισόδια.

     Εδεικτικά αναφέρεται ότι η ετήσια κατανάλωση ελαιλάδου ανα κάτικο είναι : στην Ελλάδα 25 κιλά, στην Ισπανία 15, στην Ιταλία 13, στις Β. Ευρωπαϊκές χώρες μέχρι 1 κιλό, στις Η.Π.Α.  1 κιλό, στον Καναδά 1,4 και στην Ιαπωνία 0,25. Ανάλογη ήταν η κατανάλωση ελαιολάδου κατά την Ελληνο-ρωμαϊκή εποχή  με 20 – 25 κιλά / άτομο ετησίως, ενώ στις πλούσιες Αθηναϊκές οικογένειες ήταν περίπου διπλάσια.

     Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ  ενημερωτικά, αλλά πολύ συνοπτικά, σε ένα θέμα που συζητείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) τα τελευταία 2 – 3 χρόνια και αφορά στο ελαιόλαδο και τις ελιές και την προτεινόμενη σήμανσή τους. Το Nutri-Score  είναι  ένα ευρωπαϊκό σύστημα διατροφικής σήμανσης που κατατάσει τα τρόφιμα σε μια κλίμακα 5 χρωμάτων και γραμμάτων για εύκολη μακροσκοπική αναγνώριση από τον καταναλωτή. Το Α είναι πράσινο και αντιπροσωπεύει την υψηλότερη διατροφική αξία, ενώ το Ε είναι σκούρο πορτοκαλί και υποδεικνύει τη χαμηλότερη διατροφική αξία. Το σύστημα αυτό στη διατροφική αξιολόγηση των τροφίμων, για τη βελτίωση της υγείας των καταναλωτών, λαμβάνει υπόψη τις θερμίδες και την ποσότητα λίπους ανα 100 γραμμάρια (και όχι ανα μερίδα), το ποσοστό των κορεσμένων λιπαρών οξέων και την περιεκτικότητα σε ζάχαρη και αλάτι, χωρίς να αξιολογείται το συνολικό διατροφικό προφίλ  του τροφίμου, η παράδοση, η απόλαυση από την κατανάλωσή του ή οι ανάγκες κάθε κατηγορίας καταναλωτών στα επι μέρους θρεπτικά συστατικά.

     Με βάση λοιπόν το σύστημα αυτό, που έχει προταθεί από μια Γαλλική Διατροφική Επιδημιολογική Ερευνητική Ομάδα και έχει γίνει ήδη αποδεκτό από Γερμανία, Ισπανία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο, προϊόντα όπως το λάδι, οι ελιές, το ζαμπόν της Πάρμα, η φέτα, το τυρί Parmigiano, το μέλι και άλλα προϊόντα ΠΟΠ (Προστετευόμενης Ονομασίας Προέλευσης) ή ΠΓΕ (Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης) παίρνουν κακή βαθμολογία ως προς τη διατροφική τους αξία διότι παραγνωρίζονται (αγνοούνται)  συγκεκριμένοι ισχυρισμοί υγείας και διατροφικές συστάσεις που αναφέρθηκαν ήδη. Η Ελλάδα, με την Ιταλία και την Πορτογαλία, με την υποστήριξη πολλών επιστημόνων, εκπροσώπων  παραγωγών,  μεταποιητών και εμπόρων έχουν αντιταχθεί έντονα στην αποδοχή και εφαρμογή του συστήματος αυτού γιατί είναι παραπλανητικό  και θέτει σε κίνδυνο σημαντικά προϊόντα της Μεσογειακής διατροφής, όπως είναι το ελαιόλαδο, οι ελιές, το μέλι, η φέτα, κ.ά. Μετά τις παραπάνω αντιδράσεις η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να επανεξετάσει το θέμα και η τελική απόφαση να ληφθεί το 2023.

     Πριν κλείσω την ομιλία μου αυτή θα ήθελα να  παρουσιάσω κάποια χαρακτηριστικά  συγκριτικά στοιχεία για την ελαοκαλλιέργεια και την ελαιοπαραγωγή της Χώρας μας. Στη ΕΕ η ελαιοκαλλιέργεια καλύπτει περί τα 45 εκατομμύρια στρέμματα , με το 55 % της έκτασης αυτής να κατέχει η Ισπανία, το 23 % η Ιταλία και το 15 % η Ελλάδα με 12 εκατ. περίπου στρέμματα ή το 23 % της συνολικά καλλιεργούμενης έκτασης της Χώρας. Στην Ελλάδα καλλιργούνται 170 εκατ. ελαιόδενδρα συνολικά, εκ των οποίων τα 140 εκατ. είναι για παραγωγή ελαιολάδου, με μέση ετήσια παραγωγή περί τους 300.000 τόνους, το 85 % του οποίου εμπίπτει στην κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου ( η Ελλάδα κατέχει την πρώτη  θέση στην κατηγορία αυτή). Στη παραγωγή ελαιολάδου προηγείται η Ισπανία με ποσοστό 46 %, ακολουθεί η Ιταλία  με 17 % και έπεται η Ελλάδα με 11 %.

     Στην παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς κατέχουμε τη 2η θέση, με πρώτη την Ισπανία. Παράγουμε συνολικά περί τους 120.000 τόνους, εκ των οποίων εξάγονται οι 80.000 τόνοι. Στη Κρήτη παράγεται το 39 % της συνολοκής ποσότητας Ελληνικού ελαιολάδου και ακολουθεί η Πελοπόννησος με 35 %.  Οι εξαγωγές ελαιολάδου ανέρχονται σε 35.000 τόνους, αξίας περίπου 550 εκατ. ευρώ ή 900.000 εκατ. ευρώ μαζί με τις βρώσιμες ελιές. Στη Χώρα μας έχουν καταγραφεί από το Γεωπόνο κ. Κωστελένο 80 διαφορετικές ποικιλίες, ενώ επίσημα από το Κράτος 45. Τριάντα ελαιόλαδα και 11 ποικιλίες βρώσιμης ελιάς της Χώρας έχουν καταχωριστεί στα προϊόντα ΠΟΠ (όπως το λάδι Κρανιδίου) ή ΠΓΕ.

     Όσον αφορά την Ερμιονίδα, οι απέραντοι ελαιώνες που αναπτύχθηκαν έχουν τις ρίζες τους στα πανάρχαια χρόνια. Από την πανάρχαια εποχή μέχρι σήμερα εξακολουθεί  να είναι το κύριο προϊόν της Ερμιονίδας που αναμφισβήτητα συνέβαλε καθοριστικά και διαχρονικά  στην αύξηση του πλούτου  και του πληθυσμού  της περιοχής. Η καλλιέργεια της ελιάς αρχίζει να αναπτύσσεται μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, όπου ανασυγκροτούνται οι παλιοί ελαιώνες και μπολιάζονται αρκετές αγριελιές. Μεγάλοι  ελαιώνες της Πελοποννήσου ήσαν εθνικά κτήματα πρώην Οθωμανικά. Οι ελαιώνες αυτοί το 1830 ενοικιάστηκαν σε καλλιεργητές και το 1856 τους παραχωρήθηκαν. Το 1856 το κράτος έκανε νόμο ‘περί εγκεντρίσεως εθνικών αγριελαιών’ και το 1861 με νέο νόμο  ‘ περί διαθέσεως των εθνικών και εκκλησιαστικών ελαιοδένδρων’ έδωσε νέα κίνητρα στους αγρότες να ασχοληθούν με την ελαιοκαλλιέργεια. 

     Στο βιβλίο του φίλου και συμμαθητή  Βασίλη Γκάτσου, Χημικού από την Ερμιόνη, με τίτλο ‘Η ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας 7ος - 20ος αιώνας – Κρανιδιωτών Πολιτεία’, αναφέρονται πολλά και σημαντικά στοιχεία για το θέμα. Μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι το 1884 – 85 υπήρχαν 162.000 ελαιόδενδρα με παραγωγή 600.000 οκάδες (=777 τόνοι) ελαιόλαδο. Η μέση απόδοση σε λάδι ήταν 2,5 κιλά / δένδρο στην Ερμιόνη, επειδή τα δένδρα ήταν νέα, και 6,5 κιλά στο Κρανίδι  και την Τροιζηνία. Το 1981 στην Ερμιονίδα αντιστοιχούσαν 66 ελαιόδενδρα / κάτοικο όταν στην Κέρκυρα, που θεωρείται από τις κύριες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας αντιστοιχούσαν περίπου τα μισά. Από το 1981 και μετά φυτεύθηκαν χιλιάδες  νέα δένδρα, κυρίως της ποικιλίας ‘ Κορωνέϊκη’.  Στην κατοχή, το λάδι στην Ερμιονίδα πήρε τη θέση του νομίσματος όπου οι συναλλαγές γίνονταν με λίρες ή/και με λάδι. Το πόσο σημαντική ήταν η ελαιοκαλλιέργεια στην Ερμιονίδα μαρτυρούν και οι παρακάτω σχετικές παροιμίες :

             Βάλε ελιά για το παιδί σου και συκιά για τη ζωή σου

                                                        και

             Ελιά από τον πατέρα σου και αμπέλι από τα χέρια σου

     Στο παραπάνω βιβλίο του Βασίλη Γκάτσου  αναφέρονται πάρα πολλά και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα στοιχεία για την ελαιοκαλλιέργεια, τα λιτρίβια και τη λειτουργία τους, και την κοινωνική και οικονομική σημασία του κλάδου αυτού. Συνιστώ να το διαβάσετε  γιατί θα το χαρείτε.

    Τελειώνοντας, θέλω να πώ ότι για πολλούς λόγους, μερικούς από τους οποίους ανέφερα ήδη παραπάνω, την Ερμιονίδα πρέπει να την θεωρούμε τόπο ευλογημένο γιατί πράγματι είναι !

   Ομολογώ ότι θεωρώ εαυτόν ευτυχή που γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κρανίδι.

Γεώργιος  Ζέρβας 

   Ομότ. Καθηγητής  Φυσιολογίας Θρέψης και Διατροφής

   και  π. Πρύτανης  Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών